προπρηνής

προπρηνής
-ές, Α
(επιτεταμένος τ. τού πρηνής)
1. αυτός που έχει το πρόσωπό του προς τα κάτω, προς τα εμπρός, ο πεσμένος μπρούμυτα
2. (η αιτ. ουδ. ως επίρρ.) προπρηνές
προς τα εμπρός, μπρούμυτα
3. φρ. «φασγάνῳ προπρηνέϊ τύψας» — αφού επέφερε άμεσο τραύμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ-* + πρηνής «στραμμένος προς τα εμπρός» (πρβλ. κατα-πρηνής)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • προπρηνής — with the face downwards masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπρηνέα — προπρηνής with the face downwards neut nom/voc/acc pl (epic ionic) προπρηνής with the face downwards masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπρηνές — προπρηνής with the face downwards masc/fem voc sg προπρηνής with the face downwards neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπρηνέας — προπρηνής with the face downwards masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπρηνέι — προπρηνέϊ , προπρηνής with the face downwards dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”